Lexicon: συνεφ-

σα • σβ • σε • ση • σθ • σι • σκ • σμ • σο

σπ • συ • συν- • συνε- • συνεφα-

συνεφε- • συνεφι- • συνεφλ- • συνεφρ-

συνεφυ- • συνεφω- • σφ • σχ • σω

συνέφαγε, συνέφαγεν
συνέφαγες
συνεφάγομεν
συνέφερε, συνέφερεν
συνεφίστημι
  • Meaning:
    • to rise up together
    • to join in an attack
  • Forms:
    • συνεπέστη Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
συνεφλογίσθησαν
συνέφρυγε, συνέφρυγεν
συνεφρύγησαν
συνέφυγε, συνέφυγεν
συνεφύροντο
συνεφωνήθη
συνεφώνησαν
συνεφώνησας
συνεφώνησε, συνεφώνησεν
συνεφώνουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: συμφωνέω
Prepared by John Barach