Lexicon: συμπτ-

σα • σβ • σε • ση • σθ • σι • σκ • σμ • σο • σπ • συ

συμ- • συμπ- • συμπτω- • σφ • σχ • σω

σύμπτωμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • a chance, casualty, chance event, chance happening
    • (in bad sense) a mishap, mischance, calamity
    • sign, indication, symptom
  • Forms:
συμπτώματος
συμπτωμάτων
Prepared by John Barach