Lexicon: παρετ-

π- • πα- • παρ • παρε • παρετα- • παρετε- • παρετη- • πε- • πη- • πι- • πλ-

πν- • πο- • πρ- • πτ- • πυ- • πω-

παρετάξαντο
παρετάξατο
παρετάσσετο
παρετάσσοντο
παρετέθη
παρέτειναν
παρέτεινε, παρέτεινεν
παρετήρησαν
παρετήρουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: παρατηρέω
παρετηροῦντο
παρετηροῦσαν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: παρατηρέω
Prepared by John Barach