Lexicon: κατησ-

κ • κα • κατ- • κατη- • κατησθ- • κατησφ-

κατησχ- • κε • κη

κι • κλ • κν • κο • κρ • κτ • κυ • κω

κατήσθιε, κατήσθιεν
κατήσθιον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to eat up, devour
  • Root: κατεσθίω
κατησφαλίσαντο
κατησφαλισμένοι
κατῃσχυμμένος
κατῄσχυνας
κατῃσχύνατε
κατῄσχυνε, κατῄσχυνεν
κατῃσχύνθη
κατῃσχύνθημεν
κατησχύνθην
κατῃσχύνθης
κατῃσχύνθησαν
κατησχύνοντο
κατῄσχυνται
Prepared by John Barach