Lexicon: κατηκ-

κ • κα • κατ- • κατη- • κατηκι- • κατηκο-

κατηκρ- • κε • κη

κι • κλ • κν • κο • κρ • κτ • κυ • κω

κατῄκιζον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: καταικίζω
κατηκόντισε, κατηκόντισεν
κατηκροᾶτο
Prepared by John Barach