Lexicon: κατεμ-

κ • κα • κατ- • κατε- • κατεμα- • κατεμβ-

κατεμε- • κατεμη- • κε • κη

κι • κλ • κν • κο • κρ • κτ • κυ • κω

κατέμαθον
κατεμάνθανε, κατεμάνθανεν
κατεμαρτύρησαν
κατεμβλέπω
  • Meaning:
    • to look in the face
    • to look down upon, despise
  • Forms:
    • κατεμβλέψαι Verb: Aor Act Infin
κατεμβλέψαι
κατεμείναμεν
κατέμειναν
κατέμεινε, κατέμεινεν
κατεμερίσαντο
κατεμέρισε, κατεμέρισεν
κατεμετρήθη
κατεμήνυσε
Prepared by John Barach