Lexicon: επισω-

ε • εα- • εβ • εγ • εδ • εζ • εθ • ει • εκ • ελ

εμ • εν • εξ • εο • επ • επι- • επισ-

επισω- • ερ • εσ • ετ • ευ • εφ • εχ • εψ • εω

ἐπισωρεύοντας
ἐπισωρεύσουσι, ἐπισωρεύσουσιν
ἐπισωρεύω
  • Meaning: to heap; to accumulate further, i.e., (figuratively) seek additionally
  • Forms:
    • ἐπισωρεύοντας Part: Pres Act Acc Plur Masc
    • ἐπισωρεύσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
Prepared by John Barach