Lexicon: βοθ-

βa • βε • βη • βι • βλ • βο

  • βοθρ- • βοθυ- • βρ • βυ • βω

    βόθροις
    βόθρον
    βόθρος
    • Parse: Noun: Nom Sing Masc
    • Meaning: pit (dug in the ground), hole, cistern, trench
    • Forms:
    βόθρου
    βόθρῳ
    βόθυνον
    βόθυνος
    • Parse: Noun: Nom Sing Masc
    • Meaning: a hole, ditch, pit, cave, trench
    βοθύνου
    βοθύνους
  • Prepared by John Barach