Lexicon: αποσβ-

αα • αβ • αγ • αδ • αε • αζ • αη • αθ • αι • ακ • αλ

  • αμ • αν • αξ • αο • απ • απο • αποσ- • αποσβεν-
  • αποσβεσ- • αρ • ασ • ατ • αυ • αφ • αχ • αψ • αω

    ἀποσβέννυμι
    • Meaning:
      • to put out (a fire), extinguish, quench, wither
      • to cause to cease to exist, terminate existence
    • Forms:
      • ἀποσβέννυται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
      • ἀποσβέσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
      • ἀποσβεσθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    ἀποσβέννυται
    ἀποσβέσει
    ἀποσβεσθήσεται
  • Prepared by John Barach