Lexicon: απολι-

αα • αβ • αγ • αδ • αε • αζ • αη • αθ • αι • ακ • αλ

  • αμ • αν • αξ • αο • απ
  • απο • απολ- • απολιθ- • απολιμ- • απολιπ-
  • αρ • ασ • ατ • αυ • αφ • αχ • αψ • αω

    ἀπολιθόω
    • Meaning: to turn into stone, petrify
    • Forms:
      • ἀπολιθωθήτωσαν Verb: Aor Pass Imperative 3rd Plur
    ἀπολιθωθήτωσαν
    ἀπολιμπάνω
    ἀπολιπεῖν
    ἀπολιπέτω
    ἀπολίποι
    ἀπολιπόντας
    ἀπολιπόντες
    ἀπολιπόντων
    ἀπολιποῦσα
    ἀπολίπωμεν
    ἀπολιπών
  • Prepared by John Barach