Lexicon: απολη-

αα • αβ • αγ • αδ • αε • αζ • αη • αθ • αι • ακ • αλ

  • αμ • αν • αξ • αο • απ
  • απο • απολ- • απολη
  • αποληγ- • απολημ- • απολησ- • απολητ-
  • αποληψ- • αρ • ασ • ατ • αυ • αφ • αχ • αψ • αω

    ἀπολῇ
    ἀπολήγει
    ἀπολήγω
    • Meaning: to cease from, desist, cease to exist
    • Forms:
      • ἀπολήγει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    ἀπολήμψεσθε
    ἀπόλησθε
    ἀπόληται, ἀπολῆται
    ἀπολήψεσθε
    ἀπολήψεται
    ἀπολήψῃ
    ἀπολήψομαι
    ἀποληψόμεθα
  • Prepared by John Barach